Οι αβέβαιες και αυταρχικές συνθήκες όπου δημιουργήθηκαν οι Illusion Fades, στις αρχές της δεκαετίας του '90, για άλλη μια φορά κά...

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΔΕΣ


   Οι αβέβαιες και αυταρχικές συνθήκες όπου δημιουργήθηκαν οι Illusion Fades, στις αρχές της δεκαετίας του '90, για άλλη μια φορά κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Πως η συλλογική θλίψη όλων αυτών των χρόνων, μεταφράστηκε ως τη μουσική του συγκροτήματος;


   Μπορεί ίσως να με επηρέασαν σε κάποιο βαθμό και συνεπώς και την δημιουργία μου, αλλά κυρίως αυτό που ένιωθα εγώ εσωτερικά μου, σε πρώτο και κυρίαρχο τουλάχιστον πλάνο οδηγούσε την δημιουργική μου κίνηση. Αυτή η εσωτερική μου ανάγκη και αίσθηση που έπρεπε να εκφραστεί και είχε να κάνει με πολύ δικά μου θέματα. Και όταν εννοώ εσωτερική εννοώ τα πολύ βαθιά και εντελώς προσωπικά συναισθήματα που απορρέουν από την ψυχοσύνθεση μου. Υπήρχαν και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις πάντα βέβαια όπως ήταν με το "We Are The Same", αλλά και άλλα τραγούδια που φωτογραφίζουν συγκεκριμένα κοινωνικά η άλλα θέματα..






  "Sex, Drugs, Rock & Roll" Αυτή η έκφραση αντιπροσωπεύει την αυτοκαταστροφικότητα που κρύβουμε όλοι μέσα μας, έζησες πολλά και έχεις να πεις ακόμα περισσότερα από το δικό σου προσωπικό ταξίδι. Πως επιβίωσες σε αυτό το καταθλιπτικό περιβάλλων, χωρίς να αφήσεις την ευαίσθητη πλευρά σου να σε καταστρέψει;


   Είχα πάντα ένα πρόβλημα, ήμουν και μάλλον είμαι ακόμα ενοχικός. Οι καταχρήσεις φορτώνονταν μέσα μου σαν αγκάθια και βασάνιζαν τις σκέψεις μου, και πάντα ήθελα μια πιο υγιή ζωή χωρίς βαρίδια, κάτι που τότε παρά την βασανιστική ενόχληση των ενοχών μου έμοιαζε με άπιαστο όνειρο. Κυρίως αφηνόμουν, παραδινόμουν χωρίς αύριο κι ας ήξερα πως αυτό με ρίχνει ακόμα πιο κάτω. Είναι πολύ δύσκολο θέμα, και ιδιαίτερα περίπλοκο μέσα στην απλότητα του. Παρόλα αυτά οι ενοχές σε συνδυασμό με το ευαίσθητο νευρικό σύστημα του στομαχιού μου κυρίως, μέσα από μια σειρά ταλαιπωριών και άσχημων καταστάσεων με προστάτεψαν από το να βυθιστώ εντελώς σε κάτι μη αναστρέψιμο.




   Όταν ένα έθνος βρίσκετε σε περίοδο παρακμής, τότε παρουσιάζονται φαινόμενα ξενομανίας. Αυτό ενισχύεται από το κόμπλεξ κατωτερότητας, με το οποίο μας έχουν μεγαλώσει. Μάθαμε από μικροί πως το Ξένο είναι καλύτερο και το εγχώριο ξεπερασμένο. Πιστεύεις πως θα ήταν δυνατό, να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στις Ελληνικές μπάντες, να αναδείξουν τη μουσική τους, μέσω σωστής παιδείας;


   Δεν είναι μόνο το ξένο σαν μουσική το πρόβλημα αλλά και σε προσωπικό η κοινωνικό επίπεδο. Πχ αν σε γνωρίζουν προσωπικά από κάποιους χώρους δεν σου δίνουν την ανάλογη προσοχή και εκτίμηση από το να ήσουν ένας άγνωστος και απρόσιτος καλλιτέχνης η ακόμα περισσότερο ένας ξένος καλλιτέχνης. Αυτό είναι ένα κόμπλεξ των ανθρώπων. Δεν θέλουν να βλέπουν σαν ανώτερο από αυτούς (λες και τους το επιβάλει!) κάποιον που γνωρίζουν. Νιώθουν βέβαια κατώτεροι έτσι κι αλλιώς λόγο του κόμπλεξ που ανέφερα πιο πριν. Βέβαια υπάρχουν και εξαιρέσεις πάντα. Δεν πιστεύω ότι η παιδεία στην Ελλάδα θα φτάσει με αυτά τα δεδομένα που υπάρχουν σε σημείο που θα καταφέρει να επιτύχει τέτοια αποτελέσματα.





  Φτάσαμε στο τέλος του αναλογικού παρελθόντος και ζώντας σε μια ψηφιοκρατούμενη εποχή, η μουσική είναι πιο προσβάσιμη από ποτέ στο κοινό, μέσω των πλατφόρμων διαμοιρασμού μουσικής (Youtube, Spotify, iTunes, Soundcloud κ.α.). Πιστεύεις πως αυτή η νέα προσέγγιση στο τρόπο αναπαραγωγής της μουσικής, έχει επηρεάσει αρνητικά την ποιότητα της;


   Βέβαια, αλλά ξεχνάς την αρχή, που είναι η παραγωγή της. Τα στούντιο πια είναι στο σπίτι μας, με ότι αυτό συνεπάγεται. Έλλειψη γνώσης αντικειμένου, φτηνά φορμά, πρόχειρα και κλισαρισμένα δείγματα παραγωγής, έλλειψη προσωπικότητας και ξεχωριστού ήχου… μετά πάμε στην αναπαραγωγή και προβολή, η οποία είναι τσάμπα και τόσο άνετη η οποία δεν ενδιαφέρει κανέναν, γιατί πολύ απλά υπάρχει κορεσμός! Πολύ φαγητό και τσάμπα σε σημείο να θέλουμε να κάνουμε εμετό, να μην έχει ενδιαφέρον. Άσε που όταν κάνεις μουσική με ευκολία και χωρίς κόπο δεν νοιάζεσαι και πολύ για το αποτέλεσμα, δε ματώνεις.





   Η Ελληνική Goth-Rock σκηνή, ήταν πάντα στο περιθώριο, η χώρα δεν ήταν (ούτε είναι) έτοιμη να αποδεχτεί κάτι διαφορετικό. Έτσι όλες οι Alternative μπάντες βρίσκουν τεράστια εμπόδια στην πορεία τους. Ίσως ο μόνος τρόπος να είναι βιώσιμη η Alternative σκηνή στη χώρα, είναι η μια μπάντα να βοηθά την άλλη, αφήνοντας στην άκρη ζήλιες, κόμπλεξ και ανταγωνισμό.

    Αυτό βασίζεται στη λογική, πως το κοινό που ακούει και αντιπροσωπεύεται από τους Cure, θα ακούσει και θα υποστηρίξει τους Bauhaus, τους Dead Can Dance και στη συνέχεια την εγχώρια σκηνή Θα μπορούσε αυτή η προσέγγιση να είναι σε θέση να πραγματοποιηθεί στον Ελληνικό χώρο, αν όχι τι θα έπρεπε να αλλάξει;



   Κυρίως το πρόβλημα είναι ότι δεν υφίσταστε κοινό για να στηρίξει τις μπάντες, πέρα από κάποιες παρέες που έχουν αρχίσει να γερνούν επικίνδυνα. Όσον αφορά για αλληλεγγύη δεν υπάρχει στην ουσία, ο καθένας είναι στον λαμπρό υπέρτατο μικρόκοσμο του, κάτι πολύ φυσικό όταν κάποιος δεν συνειδητοποιεί την όλη αρρωστημένη κατάσταση και απλά ονειροβατεί. Όταν κάποιοι αρχίσουμε να αποδεχόμαστε όχι το τι είμαστε αλλά τι δεν είμαστε σε αυτό που νομίζουμε ότι κάνουμε, τότε ίσως μπορέσουμε να δούμε λίγο καθαρότερα τα πράγματα και η να τα παρατήσουμε η να γνωρίσουμε τι ακριβώς συμβαίνει και να προχωρήσουμε αναλόγως με τις προσωπικές μας ανάγκες.




You may also like